Ο ιός της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV) είναι ένας ρετροϊός που προσβάλλει το ανοσοποιητικό σύστημα, καταστρέφοντας τα CD4+ Τ-λεμφοκύτταρα. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ, καταγράφονται ετησίως νέες περιπτώσεις λοίμωξης που απαιτούν άμεση ιατρική παρακολούθηση.
Ο HIV μεταδίδεται μέσω:
Το HIV είναι ο ιός που προκαλεί τη λοίμωξη, ενώ το AIDS (Σύνδρομο Επίκτητης Ανοσοανεπάρκειας) είναι το τελευταίο στάδιο της HIV λοίμωξης, όταν το ανοσοποιητικό σύστημα έχει σοβαρά εξασθενήσει.
Τα αρχικά συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως 2-4 εβδομάδες μετά τη μόλυνση και περιλαμβάνουν πυρετό, κόπωση, πονοκέφαλο, διόγκωση λεμφαδένων και δερματικό εξάνθημα. Πολλοί ασθενείς τα συγχέουν με γρίπη, γεγονός που καθυστερεί τη διάγνωση.
Μετά την οξεία φάση, ο HIV εισέρχεται σε χρόνια φάση που μπορεί να διαρκέσει χρόνια χωρίς εμφανή συμπτώματα. Παρόλα αυτά, ο ιός συνεχίζει να πολλαπλασιάζεται και να καταστρέφει το ανοσοποιητικό σύστημα.
Στα ελληνικά νοσοκομεία και ιδιωτικά εργαστήρια διατίθενται:
Η έγκαιρη διάγνωση και τακτικοί έλεγχοι είναι καθοριστικοί για την αποτελεσματική θεραπεία και την πρόληψη της εξέλιξης σε AIDS.
Στην ελληνική αγορά διατίθενται όλες οι σύγχρονες κατηγορίες αντιρετροϊκών φαρμάκων που έχουν εγκριθεί από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (EMA). Οι κύριες κατηγορίες περιλαμβάνουν:
Τα ελληνικά φαρμακεία διαθέτουν εκτενή γκάμα αντιρετροϊκών φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένων των σύγχρονων συνδυαστικών σκευασμάτων όπως Biktarvy, Triumeq, Complera και Stribild. Η πρόσβαση σε αυτά τα φάρμακα διασφαλίζεται μέσω του εθνικού συστήματος υγείας (ΕΟΠΥΥ) και των ειδικών μονάδων HIV.
Η σύγχρονη αντιρετροϊκή θεραπεία βασίζεται σε συνδυασμούς τουλάχιστον τριών φαρμάκων από διαφορετικές κατηγορίες. Τα περισσότερα σχήματα πλέον απαιτούν μία δόση ημερησίως, βελτιώνοντας σημαντικά τη συμμόρφωση των ασθενών.
Ο πρωταρχικός στόχος της ART είναι η επίτευξη και διατήρηση μη ανιχνεύσιμου ιικού φορτίου (<50 αντίγραφα/ml). Αυτό οδηγεί στην αποκατάσταση του ανοσοποιητικού συστήματος και την πρόληψη της μετάδοσης (U=U: Undetectable = Untransmittable).
Οι σύγχρονες αντιρετροϊκές θεραπείες παρουσιάζουν σημαντικά καλύτερο προφίλ ανεκτικότητας από τις παλαιότερες γενεές. Οι συχνότερες παρενέργειες περιλαμβάνουν ναυτία, κεφαλαλγία, διάρροια και κόπωση, οι οποίες συνήθως υποχωρούν μετά τις πρώτες εβδομάδες θεραπείας.
Η μακροχρόνια χρήση αντιρετροϊκών μπορεί να συνδέεται με οστική απώλεια, νεφρική δυσλειτουργία και καρδιαγγειακές επιπλοκές. Η τακτική παρακολούθηση με εργαστηριακές εξετάσεις είναι απαραίτητη για την έγκαιρη ανίχνευση και διαχείριση αυτών των επιπλοκών.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στις αλληλεπιδράσεις, ειδικά με αναστολείς πρωτεάσης που επηρεάζουν το κυτόχρωμα P450. Σημαντικές αλληλεπιδράσεις παρατηρούνται με αντιπηκτικά, αντιεπιληπτικά και ορισμένα αντιβιοτικά.
Η λήψη των φαρμάκων με φαγητό μπορεί να μειώσει τις γαστρεντερικές παρενέργειες. Η στενή συνεργασία με τον θεράποντα ιατρό και τον φαρμακοποιό είναι κρίσιμη για την αποτελεσματική διαχείριση των παρενεργειών και τη βελτιστοποίηση της θεραπείας.
Η προέκθετη προφύλαξη είναι μια αποτελεσματική μέθοδος πρόληψης για άτομα υψηλού κινδύνου. Στην Ελλάδα διατίθενται εγκεκριμένα φάρμακα όπως το Truvada και το Descovy, τα οποία μπορούν να μειώσουν σημαντικά τον κίνδυνο μόλυνσης όταν λαμβάνονται σωστά και τακτικά.
Η μετα-εκθετή προφύλαξη πρέπει να ξεκινήσει εντός 72 ωρών από την πιθανή έκθεση και διαρκεί 28 ημέρες. Είναι διαθέσιμη σε νοσοκομεία και εξειδικευμένα κέντρα σε όλη τη χώρα.
Οι ομάδες υψηλού κινδύνου θα πρέπει να υποβάλλονται σε τακτικούς ελέγχους κάθε 3-6 μήνες για έγκαιρη διάγνωση και αποτροπή της μετάδοσης.
Ο φαρμακοποιός διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στη διαχείριση της θεραπείας HIV, παρέχοντας συμβουλές για τη σωστή λήψη φαρμάκων, παρακολουθώντας πιθανές παρενέργειες και αλληλεπιδράσεις, και υποστηρίζοντας την τήρηση του θεραπευτικού σχήματος.
Η αυστηρή τήρηση της αντιρετροϊκής θεραπείας είναι καθοριστική για την επίτευξη ανιχνεύσιμου ιικού φορτίου και την πρόληψη ανάπτυξης αντοχής. Ποσοστό τήρησης άνω του 95% είναι απαραίτητο για βέλτιστα αποτελέσματα.