Η ηπατίτιδα C είναι μια ιογενής λοίμωξη που προκαλείται από τον ιό της ηπατίτιδας C (HCV). Πρόκειται για έναν RNA ιό που προσβάλλει κυρίως το ήπαρ, προκαλώντας φλεγμονή και δυνητικά σοβαρές βλάβες στο όργανο. Ο ιός ανήκει στην οικογένεια Flaviviridae και διακρίνεται σε διάφορους γενοτύπους με διαφορετικά χαρακτηριστικά αντοχής στη θεραπεία.
Ο ιός της ηπατίτιδας C μεταδίδεται κυρίως μέσω επαφής με μολυσμένο αίμα. Οι κύριοι τρόποι μετάδοσης περιλαμβάνουν:
Τα πρώιμα συμπτώματα της ηπατίτιδας C συχνά είναι ήπια ή απουσιάζουν εντελώς, γεγονός που καθιστά τη νόσο "σιωπηλή". Όταν εμφανίζονται συμπτώματα, μπορεί να περιλαμβάνουν κόπωση, μυαλγίες, ναυτία και πυρετό. Τα όψιμα συμπτώματα εμφανίζονται στη χρόνια φάση και περιλαμβάνουν χρόνια κόπωση, πόνο στην κοιλιά, κίτρινο δέρμα (ίκτερος), και σκούρα ούρα.
Η οξεία ηπατίτιδα C αναφέρεται στα πρώτα 6 μήνες μετά τη μόλυνση και συχνά είναι ασυμπτωματική. Περίπου το 15-45% των ατόμων θα καθαρίσει τον ιό φυσικά. Η χρόνια ηπατίτιδα C αναπτύσσεται όταν ο ιός παραμένει στον οργανισμό για περισσότερους από 6 μήνες και μπορεί να προκαλέσει προοδευτική βλάβη του ήπατος.
Η χρόνια ηπατίτιδα C μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές επιπλοκές συμπεριλαμβανομένης της ίνωσης του ήπατος, κίρρωσης, ηπατικής ανεπάρκειας και ηπατοκυτταρικού καρκινώματος. Οι παράγοντες κινδύνου για την εξέλιξη περιλαμβάνουν την κατάχρηση αλκοόλ, τη συνυπάρχουσα λοίμωξη με HBV ή HIV, και την αρσενικό φύλο.
Η πρώτη εξέταση για τη διάγνωση της ηπατίτιδας C είναι η ανίχνευση αντισωμάτων κατά του HCV (anti-HCV) στον ορό. Αυτή η εξέταση ανιχνεύει εάν το άτομο έχει εκτεθεί ποτέ στον ιό, αλλά δεν διακρίνει μεταξύ παρελθοντικής και ενεργού λοίμωξης. Τα αντισώματα μπορεί να εμφανιστούν 8-12 εβδομάδες μετά τη μόλυνση.
Το τεστ HCV RNA (ποσοτικό ή ποιοτικό) επιβεβαιώνει την ενεργό λοίμωξη ανιχνεύοντας το γενετικό υλικό του ιού στο αίμα. Αυτή η εξέταση μπορεί να ανιχνεύσει τον ιό ήδη από 1-2 εβδομάδες μετά τη μόλυνση και είναι απαραίτητη για την επιβεβαίωση της διάγνωσης και την παρακολούθηση της θεραπείας.
Η βιοψία ήπατος ήταν παραδοσιακά το χρυσό πρότυπο για την αξιολόγηση της βλάβης του ήπατος, αλλά πλέον έχει αντικατασταθεί σε μεγάλο βαθμό από μη επεμβατικές μεθόδους. Οι εναλλακτικές περιλαμβάνουν την παροδική ελαστογραφία (FibroScan), τους ορολογικούς δείκτες ίνωσης (APRI, FIB-4) και άλλες απεικονιστικές τεχνικές που αξιολογούν τη σκληρότητα του ήπατος.
Ο γονοτυπικός προσδιορισμός του HCV είναι κρίσιμος για την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας. Υπάρχουν 6 κύριοι γενότυποι (1-6) με διάφορους υποτύπους. Στην Ελλάδα, ο γενότυπος 1b είναι ο πιο συχνός, ακολουθούμενος από τους γενοτύπους 3 και 4. Κάθε γενότυπος απαιτεί διαφορετική θεραπευτική προσέγγιση και διάρκεια θεραπείας.
Η τακτική παρακολούθηση περιλαμβάνει μετρήσεις των ηπατικών ενζύμων (ALT, AST), του ιικού φορτίου HCV RNA, και αξιολόγηση της ηπατικής λειτουργίας. Επίσης απαιτείται τακτικός έλεγχος για ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα σε ασθενείς με κίρρωση μέσω υπερηχογραφήματος και μέτρησης α-φετοπρωτεΐνης κάθε 6 μήνες.
Η θεραπεία της ηπατίτιδας C έχει επαναστατήσει τα τελευταία χρόνια με την εισαγωγή των άμεσα αντιιικών φαρμάκων (DAAs). Στην Ελλάδα, τα σύγχρονα φάρμακα κατά του HCV είναι διαθέσιμα μέσω του Εθνικού Συστήματος Υγείας και ιδιωτικών φαρμακείων, προσφέροντας υψηλά ποσοστά ίασης που ξεπερνούν το 95%.
Τα DAAs στοχεύουν συγκεκριμένες πρωτεΐνες του ιού της ηπατίτιδας C, αναστέλλοντας την αναπαραγωγή του. Αυτά τα φάρμακα έχουν αντικαταστήσει πλήρως τις παλαιότερες θεραπείες με ιντερφερόνη, προσφέροντας καλύτερη ανοχή και αποτελεσματικότητα.
Το Σοφοσμπουβίρ είναι ένας αναστολέας της πολυμεράσης NS5B και αποτελεί τη βάση πολλών θεραπευτικών σχημάτων. Χορηγείται σε δόση 400mg μία φορά ημερησίως, συνήθως σε συνδυασμό με άλλα αντιιικά φάρμακα. Η θεραπεία διαρκεί συνήθως 12-24 εβδομάδες, ανάλογα με τον γονότυπο του ιού και την κατάσταση του ασθενή.
Το Harvoni είναι ένας σταθερός συνδυασμός που περιέχει λεδιπασβίρ 90mg και σοφοσμπουβίρ 400mg. Είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικό κατά των γονοτύπων 1, 4, 5 και 6 του HCV. Χορηγείται ως ένα δισκίο ημερησίως και αποτελεί μία από τις πιο δημοφιλείς επιλογές θεραπείας στην Ελλάδα.
Το Maviret περιέχει γλεκαπρεβίρ 100mg και πιμπρεντασβίρ 40mg σε συνδυασμό τριών δισκίων ημερησίως. Είναι πανγονοτυπικό φάρμακο που δρα κατά όλων των γονοτύπων του HCV και προσφέρει θεραπεία συντομότερης διάρκειας, συχνά 8-12 εβδομάδων.
Το Epclusa συνδυάζει βελπατασβίρ 100mg με σοφοσμπουβίρ 400mg σε ένα δισκίο ημερησίως. Είναι το πρώτο πανγονοτυπικό φάρμακο που εγκρίθηκε και αποτελεί εξαιρετική επιλογή για ασθενείς με οποιονδήποτε γονότυπο HCV, συμπεριλαμβανομένων εκείνων με κίρρωση.
Η επιλογή της θεραπείας εξαρτάται από τον γονότυπο του ιού, το στάδιο της ηπατικής νόσου και το ιστορικό θεραπείας του ασθενή. Στην Ελλάδα, οι γονότυποι 1 και 3 είναι οι πιο συχνοί, ενώ οι γονότυποι 2 και 4 εμφανίζονται λιγότερο συχνά.
Τα φάρμακα κατά του HCV πρέπει να λαμβάνονται σύμφωνα με τις οδηγίες του θεράποντος ιατρού. Η συμμόρφωση στη θεραπεία είναι κρίσιμη για την επίτευξη διατηρήσιμης ιολογικής ανταπόκρισης (SVR). Τα περισσότερα DAAs μπορούν να λαμβάνονται με ή χωρίς φαγητό, εκτός από συγκεκριμένες εξαιρέσεις που απαιτούν λήψη με τροφή για βέλτιστη απορρόφηση.
Τα DAAs γενικά έχουν καλό προφίλ ανοχής. Οι συχνότερες παρενέργειες περιλαμβάνουν:
Τα φάρμακα κατά του HCV μπορεί να αλληλεπιδρούν με διάφορα άλλα φάρμακα. Είναι σημαντικό να ενημερώνετε τον γιατρό και τον φαρμακοποιό σας για όλα τα φάρμακα που λαμβάνετε, συμπεριλαμβανομένων των φυτικών προπαρασκευασμάτων και των συμπληρωμάτων διατροφής. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται με αντιεπιληπτικά, ανοσοκατασταλτικά και ορισμένα καρδιαγγειακά φάρμακα.
Πριν την έναρξη της θεραπείας, είναι απαραίτητος λεπτομερής έλεγχος της ιατρικής ιστορίας του ασθενή. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια, νεφρική νόσο ή συνυπάρχουσα λοίμωξη με ιό ηπατίτιδας B. Η θεραπεία δεν συστήνεται κατά την εγκυμοσύνη, και οι γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας πρέπει να λαμβάνουν αποτελεσματική αντισύλληψη.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας απαιτείται τακτική παρακολούθηση με εργαστηριακές εξετάσεις. Αυτές περιλαμβάνουν μέτρηση του ιικού φορτίου HCV RNA, ηπατικές ένζυμα, αιμοσφαίριο και νεφρική λειτουργία. Η αποτελεσματικότητα της θεραπείας αξιολογείται με μέτρηση του ιικού φορτίου στις 4, 12 και 24 εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας για την επιβεβαίωση της διατηρήσιμης ιολογικής ανταπόκρισης.
Η πρόληψη της μετάδοσης του ιού της ηπατίτιδας C αποτελεί κλειδί για τον έλεγχο της νόσου. Ο ιός μεταδίδεται κυρίως μέσω επαφής με μολυσμένο αίμα. Είναι σημαντικό να αποφεύγετε την κοινή χρήση βελονών, συριγγών, ξυραφιών ή οδοντοβουρτσών. Επιλέξτε αδειοδοτημένα καταστήματα για τατουάζ και piercing που τηρούν αυστηρά πρότυπα υγιεινής. Στις σεξουαλικές επαφές, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις με πολλούς/ές συντρόφους, συνιστάται η χρήση προφυλακτικού.
Η σωστή διατροφή παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαχείριση της ηπατίτιδας C. Προτιμήστε μια ισορροπημένη διατροφή πλούσια σε φρούτα, λαχανικά, πλήρη δημητριακά και άπαχες πρωτεΐνες. Περιορίστε την κατανάλωση επεξεργασμένων τροφίμων, κορεσμένων λιπών και ζάχαρης. Η επαρκής ενυδάτωση είναι απαραίτητη, καθώς και η λήψη βιταμινών και μετάλλων που υποστηρίζουν την ηπατική λειτουργία.
Το αλκοόλ αποτελεί έναν από τους πιο επιβλαβείς παράγοντες για το ήπαρ ασθενών με HCV. Η πλήρης αποχή από το αλκοόλ είναι απαραίτητη για να αποφευχθεί η επιτάχυνση της ηπατικής βλάβης. Επίσης, αποφύγετε τη χρήση ναρκωτικών ουσιών και περιορίστε την έκθεση σε τοξικές χημικές ουσίες. Συμβουλευτείτε πάντα τον γιατρό σας πριν τη λήψη οποιουδήποτε φαρμάκου, καθώς ορισμένα μπορεί να επιβαρύνουν το ήπαρ.
Οι ασθενείς με ηπατίτιδα C πρέπει να εμβολιαστούν κατά των ηπατιτίδων Α και Β για να αποφύγουν τη συνμόλυνση που μπορεί να επιδεινώσει την κατάσταση του ήπατος. Τα εμβόλια είναι ασφαλή και αποτελεσματικά, και συνιστώνται από όλους τους ειδικούς. Συζητήστε με τον γιατρό σας για το κατάλληλο πρόγραμμα εμβολιασμού και βεβαιωθείτε ότι είστε ενημερωμένοι με όλα τα απαραίτητα εμβόλια.
Η διάγνωση της ηπατίτιδας C μπορεί να προκαλέσει άγχος, κατάθλιψη και φόβο. Η ψυχολογική υποστήριξη είναι εξίσου σημαντική με την ιατρική φροντίδα. Αναζητήστε βοήθεια από ψυχολόγους ή ψυχιάτρους που έχουν εμπειρία με χρόνιες παθήσεις. Οι ομάδες υποστήριξης και οι οργανώσεις ασθενών μπορούν να προσφέρουν πολύτιμη βοήθεια και κατανόηση από άτομα που αντιμετωπίζουν παρόμοιες προκλήσεις.
Η διαδικασία έγκρισης της θεραπείας για την ηπατίτιδα C από τον ΕΟΠΥΥ περιλαμβάνει συγκεκριμένα βήματα. Αρχικά, απαιτείται πλήρης ιατρική αξιολόγηση από ειδικό γαστρεντερολόγο ή ηπατολόγο. Ο γιατρός υποβάλλει αίτηση με τα απαραίτητα δικαιολογητικά στον ΕΟΠΥΥ, συμπεριλαμβανομένων εργαστηριακών εξετάσεων και ιατρικών εκθέσεων. Η επιτροπή του ΕΟΠΥΥ αξιολογεί την περίπτωση και εκδίδει άδεια χορήγησης εάν πληρούνται τα κριτήρια.
Ο ΕΟΠΥΥ καλύπτει τη θεραπεία της ηπατίτιδας C υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Τα κυριότερα κριτήρια περιλαμβάνουν:
Το κόστος των σύγχρονων φαρμάκων για την ηπατίτιδα C είναι σημαντικό στην ελληνική αγορά. Μια πλήρης θεραπεία με DAAs μπορεί να κοστίζει από 15.000 έως 50.000 ευρώ ανάλογα με τον τύπο του φαρμάκου και τη διάρκεια της θεραπείας. Ωστόσο, με την κάλυψη του ΕΟΠΥΥ, οι ασθενείς πληρώνουν μόνο τη συμμετοχή τους που κυμαίνεται από 1 έως 5 ευρώ ανά συσκευασία.
Για ασθενείς που δεν πληρούν τα κριτήρια κάλυψης του ΕΟΠΥΥ ή επιθυμούν ταχύτερη πρόσβαση στη θεραπεία, υπάρχουν ιδιωτικές επιλογές. Πολλές ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες καλύπτουν μέρος του κόστους. Επιπλέον, ορισμένα ιδιωτικά νοσοκομεία και κλινικές προσφέρουν πακέτα θεραπείας με ευνοϊκούς όρους πληρωμής.
Διάφοροι οργανισμοί και εταιρείες προσφέρουν προγράμματα υποστήριξης για ασθενείς με ηπατίτιδα C στην Ελλάδα. Αυτά περιλαμβάνουν συμβουλευτική υπηρεσία, εκπαιδευτικό υλικό, ψυχολογική υποστήριξη και σε ορισμένες περιπτώσεις οικονομική βοήθεια. Η Ελληνική Εταιρεία Μελέτης του Ήπατος και άλλες οργανώσεις ασθενών παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες και υποστήριξη σε όλη τη διάρκεια της θεραπείας.