Τα διουρητικά είναι φάρμακα που αυξάνουν την παραγωγή ούρων, βοηθώντας στην απομάκρυνση περίσσειας υγρών από τον οργανισμό. Λειτουργούν εμποδίζοντας την επαναρρόφηση νατρίου και νερού στους νεφρούς.
Στην Ελλάδα διατίθενται η Φουροσεμίδη (βρόχου), η Υδροχλωροθειαζίδη (θειαζιδικό) και η Σπιρονολακτόνη (εξοικονομητική καλίου). Χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της υπέρτασης, καρδιακής ανεπάρκειας και οιδήματος. Η λήψη προτείνεται το πρωί για αποφυγή νυκτουρίας, με παρακολούθηση των ηλεκτρολυτών.
Οι λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος αποτελούν συχνό πρόβλημα, ιδιαίτερα στις γυναίκες. Η κυστίτιδα και η πυελονεφρίτιδα είναι οι συνηθέστερες μορφές που απαιτούν αντιβιοτική θεραπεία.
Για απλές λοιμώξεις προτιμώνται η Νιτροφουραντοΐνη και ο συνδυασμός Τριμεθοπρίμη-Σουλφαμεθοξαζόλη. Αυτά τα φάρμακα παρουσιάζουν υψηλή αποτελεσματικότητα και χαμηλή αντοχή.
Η διάρκεια θεραπείας κυμαίνεται από 3-14 ημέρες. Η συμμόρφωση στη θεραπεία είναι κρίσιμη για την αποφυγή αντοχής και υποτροπών.
Η ουρολιθίαση προκαλείται από τη δημιουργία κρυστάλλων στο ούρο. Οι συνηθέστεροι τύποι λίθων περιλαμβάνουν τους ασβεστούχους, ουρικούς και στρουβιτικούς λίθους.
Για το κολικό νεφρού χρησιμοποιούνται αναλγητικά όπως Παρακεταμόλη και NSAIDs, καθώς και αντισπασμωδικά φάρμακα. Η επαρκής ενυδάτωση και οι διαιτητικές τροποποιήσεις (περιορισμός νατρίου, οξαλικών) είναι βασικές για την πρόληψη νέων επεισοδίων.
Η καλοήθης υπερπλασία προστάτη (ΚΥΠ) αποτελεί συχνή κατάσταση που επηρεάζει άνδρες άνω των 50 ετών, προκαλώντας συμπτώματα όπως δυσκολία στην ούρηση, συχνουρία και αίσθημα ατελούς κένωσης κύστης.
Η παρακολούθηση γίνεται με βάση το διεθνές σκορ συμπτωμάτων προστάτη (IPSS) και μετρήσεις ροής ούρων. Εναλλακτικές επιλογές περιλαμβάνουν φυτικά σκευάσματα και χειρουργικές παρεμβάσεις για σοβαρές περιπτώσεις.
Η υπερκινητική ουροδόχος κύστη χαρακτηρίζεται από επιτακτική ανάγκη για ούρηση, συχνουρία και ενδεχόμενη ακράτεια, επηρεάζοντας σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών.
Οι κύριες παρενέργειες περιλαμβάνουν ξηροστομία και δυσκοιλιότητα. Αντενδείκνυται σε ασθενείς με γλαύκωμα και βαριά γαστρεντερική νόσο. Η μη φαρμακολογική προσέγγιση περιλαμβάνει εκπαίδευση κύστης και τροποποίηση τρόπου ζωής.
Η χρόνια νεφρική ανεπάρκεια αποτελεί ένα σοβαρό πρόβλημα δημόσιας υγείας που απαιτεί έγκαιρη διάγνωση και κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση. Η νεφροπροστασία στοχεύει στην επιβράδυνση της εξέλιξης της νόσου και στη διατήρηση της νεφρικής λειτουργίας για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Η χρόνια νεφρική νόσος εξελίσσεται προοδευτικά μέσα από πέντε στάδια, από την ελαφρά μείωση της νεφρικής λειτουργίας έως την τελικού σταδίου νεφρική ανεπάρκεια. Η έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων και η τακτική παρακολούθηση των δεικτών νεφρικής λειτουργίας είναι καθοριστικής σημασίας για την πρόληψη επιπλοκών.
Οι ACE αναστολείς αποτελούν θεμελιώδη θεραπεία για τη νεφροπροστασία. Τα κυριότερα φαρμακευτικά σκευάσματα περιλαμβάνουν:
Τα ARBs αποτελούν εναλλακτική ή συμπληρωματική θεραπεία όταν οι ACE αναστολείς δεν είναι κατάλληλοι ή επαρκείς. Η Βαλσαρτάνη και η Λοσαρτάνη είναι τα πιο συχνά χρησιμοποιούμενα φάρμακα αυτής της κατηγορίας, προσφέροντας αποτελεσματική νεφροπροστασία με μειωμένες παρενέργειες.
Η ολιστική προσέγγιση της χρόνιας νεφρικής νόσου περιλαμβάνει τη διαχείριση όλων των συνοδών παραγόντων κινδύνου. Ο έλεγχος του σακχαρώδους διαβήτη, η αποτελεσματική αντιμετώπιση της υπέρτασης και η θεραπεία της δυσλιπιδαιμίας συμβάλλουν σημαντικά στην επιβράδυνση της προόδου της νεφρικής βλάβης.
Η τακτική παρακολούθηση των εργαστηριακών δεικτών είναι απαραίτητη για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας. Η μέτρηση της κρεατινίνης, της ουρίας, του ρυθμού σπειραματικής διήθησης και των επιπέδων ηλεκτρολυτών βοηθά στην προσαρμογή της θεραπευτικής αγωγής.
Όταν η συντηρητική θεραπεία δεν επαρκεί, η έγκαιρη προετοιμασία για μεθόδους νεφρικής υποκατάστασης γίνεται αναγκαία. Αυτό περιλαμβάνει την ενημέρωση του ασθενή για τις διαθέσιμες επιλογές, τη δημιουργία αγγειακής προσβάσεως για αιμοκάθαρση και την αξιολόγηση για μεταμόσχευση νεφρού όπου είναι εφικτό.